Ρικ Γουλφ* : Ο Κρούγκμαν σε σύγχυση

[Αναδημοσίευση]

Καθώς οι αντίπαλοι του Ομπάμα είναι αυτοί που εισήγαγαν τον όρο, οι πολλοί εναπομείναντες οπαδοί του -κυρίως οι νέοι- έχουν αρχίσει να ρωτούν για την έννοια αυτού του «σοσιαλισμού» με πραγματικό ενδιαφέρον

Μετάφραση: Έλενα Παπαδοπούλου

Ο Πολ Κρούγκμαν είναι παγιδευμένος στην παλιά κεϋνσιανή ρητορική. Η ύφεση θα είχε τελειώσει, υποστηρίζει, αν η κυβέρνηση διατηρούσε περισσότερα και μεγαλύτερα ελλείμματα προκειμένου να παρέχει την απαιτούμενη οικονομική τόνωση. Αν οι άνθρωποι του Ομπάμα και αυτοί οι τρελοί Ρεπουμπλικάνοι δεν φοβούνταν τόσο πολύ να προχωρήσουν σε τέτοιες παράτολμες ενέργειες, αν δεν ήταν τόσο μπερδεμένοι από την ιδεολογία τους και αν γνώριζαν καλύτερα οικονομικά. Ο Κρούγκμαν συνεχίζει να προειδοποιεί ότι το 2010 θα είναι μια επανάληψη του 1937 και θα βυθίσει εκ νέου την οικονομία σε ύφεση.

Ακόμα και οι συντηρητικοί των οικονομικών, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι πλούσιοι (αλληλεπικαλυπτόμενες ομάδες και γι’ αυτό από εδώ και στο εξής θα αναφέρομαι σ’ αυτές ως «οι FCRR»: Fiscal Conservatives Republicans Rich) προτιμούν να δανειστεί η Ουάσινγκτον τα λεφτά, παρά να φορολογηθούν εκείνοι. Με αυτή την έννοια, υποστηρίζουν την κεϋνσιανή συνταγή της αύξησης των δαπανών και άρα του ελλείμματος. Η θετική πλευρά της αύξησης του ελλείμματος είναι ότι αυτοί θα δανείσουν την κυβέρνηση και άρα αυτοί θα εισπράξουν τους τόκους. Άρα, όταν η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας είναι μεγάλη και είναι πιθανό να οδηγήσει σε ύφεση, οι FCRR συμφωνούν δυσανασχετώντας με τις κεϋνσιανές πολιτικές (όπως έκαναν στα τέλη του 2008 και στις αρχές του 2009). Τις θέλουν όμως περιορισμένες σε μέγεθος και διάρκεια. Εξισώνουν τον Κρούγκμαν με το «Μικρό Κοτοπουλάκι».

Τι συζητάνε, λοιπόν, με τέτοια μανία; Οι FCRR αντιπαθούν τα μεγάλα και χρόνια ελλείμματα λόγω των κινδύνων που ενέχουν. Κατ’ αρχάς, οι FCRR φοβούνται ότι η Ουάσινγκτον, δεσμευμένη λόγω των δανείων της -και λόγω της πολιτικής πίεσης-, θα μπει στον πειρασμό να προσλάβει ανέργους προκειμένου να παραγάγουν υπηρεσίες και αγαθά ανταγωνιστικά προς αυτά του ιδιωτικού τομέα.

Δεύτερον, οι FCRR φοβούνται ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις μπορεί- σε αντίθεση με τις ιδιωτικές- να λειτουργήσουν πιο δημοκρατικά με μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη σημαντικών αποφάσεων, ωθώντας τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα να διεκδικήσουν το ίδιο. Τρίτον, ως δανειστές του κράτους, οι FCRR φοβούνται ότι η δυσκολία εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους θα προκαλέσει κοινωνικά αιτήματα επιμήκυνσης, μερικής διαγραφής ή συνολικής διαγραφής του. Τέταρτον, οι FCRR φοβούνται ότι η αύξηση του δημόσιου δανεισμού θα «εκτοπίσει» τους ιδιώτες δανειστές ή/και θα τους επιβαρύνει με υψηλότερα επιτόκια. Πέμπτον, οι FCRR αμφισβητούν το γεγονός ότι τα σημερινά ελλείμματα θα μειωθούν λόγω των μελλοντικών πλεονασμάτων.

Κυρίως όμως, οι FCRR αντιπαθούν τις κεϋνσιανού τύπου δημόσιες δαπάνες, διότι πιστεύουν ότι καθυστερούν τις βασικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες για την αναχαίτιση των υφέσεων και την ανάκαμψη της οικονομικής μεγέθυνσης, της εργασίας και του εισοδήματος. Υποστηρίζουν ότι οι δημόσιες δαπάνες -λόγω του ότι μειώνουν την ανεργία-, επιβραδύνουν ή σταματούν τη μείωση των μισθών και των ημερομισθίων, που είναι απαραίτητη για την αποκατάσταση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων και που από μόνη της θα καταλήξει σε αύξηση των επενδύσεων και της μεγέθυνσης. Ομοίως, καθυστερώντας τη μείωση του παραγόμενου προϊόντος, οι δημόσιες δαπάνες επιβραδύνουν ή σταματούν την πτώση των τιμών των πρώτων υλών που απαιτούνται για να επανέλθει η κερδοφορία.
Εν συντομία, οι FCRR πιστεύουν ότι, εκτός από σύντομες «ενέσεις» ρευστότητας με στόχο την παρεμπόδιση μιας μεγάλης οικονομικής κάμψης, η αύξηση των δημοσίων δαπανών είναι μια αναποτελεσματική και αυτο-ακυρούμενη πολιτική για να αναγεννηθεί ένας καπιταλισμός σε κρίση. Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη τους, κινδυνεύει να διευρύνει -και άρα να επιδεινώσει τους κύκλους- του καπιταλισμού, αντί να τους επιτρέψει να επιφέρουν τη «δημιουργική καταστροφή», καταργώντας αυτά που οι FCRR θεωρούν αναποτελεσματικές δουλειές και επιχειρήσεις.

Όλες οι παραπάνω ανησυχίες προκύπτουν λογικά από την ορθόδοξη (νεοκλασική) θεωρία για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο καπιταλισμός. Οι κεϋνσιανοί έχουν μια διαφορετική θεωρία, αλλά κυρίως αντιμετωπίζουν ένα διαφορετικό ζήτημα. Γι’ αυτούς, η «δημιουργική καταστροφή» μπορεί να δημιουργήσει ένα κοινωνικό κίνημα που θα αμφισβητήσει τον ίδιο τον καπιταλισμό και θα απαιτήσει ριζικές κοινωνικές αλλαγές.

Η οργισμένη αυτή συζήτηση αναπαράγει έναν κλασσικό ανταγωνισμό ανάμεσα στην κεντρο-δεξιά και την κεντρο-αριστερά για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζουν οι κυβερνήσεις τους οικονομικούς κύκλους του καπιταλισμού. Ο κοινός τους στόχος ήταν πάντα να διασώσουν τον καπιταλισμό και να αναζωογονήσουν μια περίοδο μεγέθυνσης πριν το ξέσπασμα της επόμενης κρίσης. Και πράγματι, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η μια πλευρά εγκαλεί την άλλη: «η πολιτική σου θα καταστρέψει τον καπιταλισμό υποστηρίζοντας ότι προσπαθεί να τον επανορθώσει».

Ατελείωτες συζητήσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές συνθέτουν το σκηνικό μιας μαζικής καταστροφής: το πολιτικό θέατρο για την «αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης». Καθώς η σχετική πολιτική τους δύναμη μεταβάλλεται, η δημόσια πολιτική ταλαντεύεται μεταξύ των απόψεών τους. Ο Μπους έκανε σχετικά λίγα πράγματα το 2007 και το 2008. Οι σύμβουλοί του ήταν αποφασισμένοι να επιτρέψουν τη «δημιουργική καταστροφή». Όταν η κρίση βάθυνε, διευρύνθηκε και κινδύνευσε να βγει εκτός ελέγχου, πολλοί από αυτούς τους συμβούλους μετατράπηκαν σε κεϋνσιανούς οπαδούς του κρατικού προγραμματισμού. Ο Ομπάμα τους άφησε να κάνουν περίπου το ίδιο. Ο Κρούγκμαν ήλπιζε. Από τη στιγμή που η «ανάκαμψη» φάνηκε να δρομολογείται το 2009, και στις αρχές του 2010 η πολιτική ισχύς μετατοπίστηκε πάλι προς τους FCRR, η προσήλωση του Ομπάμα στον κεϋνσιανισμό υποχώρησε και ο Κρούγκμαν άρχισε να πανικοβάλλεται.

Εν τω μεταξύ, κάτω από την επιφάνεια αυτών των συζητήσεων, ο κύκλος της πραγματικής οικονομίας προχωράει με τον κλασικό καπιταλιστικό τρόπο. Η διαρκής υψηλή ανεργία, η παραμονή στο σπίτι και η στασιμότητα της παραγωγής πιέζουν τους μισθούς, τα κέρδη και το σταθερό κόστος των επιχειρήσεων προς τα κάτω (χαμηλότερο κόστος του χρησιμοποιημένου εξοπλισμού, των ενοικίων κλπ.). Σταδιακά, τα μεγέθη αυτά θα πέσουν τόσο πολύ, που θα δημιουργήσουν αρκετά ελκυστικές συνθήκες για νέες επενδύσεις από την πλευρά των καπιταλιστών. Θα δούμε τότε να πραγματοποιείται η αναμενόμενη άνοδος. Ωστόσο, ο χρόνος, ο κόπος και η κριτική στην οικονομία που εμπλέκεται σ’ αυτό το «σταδιακά» μπορεί να προκαλέσει κοινωνικές αναταραχές και κινήματα που θα χρειαστεί να ελεγχθούν. Αυτό με τη σειρά του θα δημιουργήσει νέα ανάγκη για επαναφορά κεϋνσιανού τύπου παρεμβάσεων. Οι FCRR θα ξαναγίνουν το αντίπαλο δέος και θα περιμένουν μια νέα «ανάκαμψη» για να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και να επανακτήσουν την εξουσία.

Ούτε η μία πλευρά, ούτε η άλλη διασφαλίζει τη συνέχεια του καπιταλιστικού συστήματος απέναντι στην αστάθειά του. Είναι μάλλον η δημόσια συγκατάνευση μεταξύ τους που κάνει τη δουλειά. Ομοίως, ούτε οι Ρεπουμπλικάνοι ούτε οι Δημοκρατικοί προστατεύουν την κυβέρνηση από την υποταγή της στην καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας. Η σχέση μεταξύ τους όμως το πετυχαίνει, καθιστώντας τους μεν το μόνο διαθέσιμο πολιτικό αντίδοτο στους δε.

Απόψεις που να υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός και ότι ένα εναλλακτικό σύστημα αποτελεί τη λύση, ακούγονται σπάνια. Τα ΜΜΕ, οι πολιτικοί, οι FCRR και ο Πολ Κρούγκμαν συγκατατίθενται για να διατηρηθεί η σιωπή. Παρ’ όλα αυτά, κατά ένα περίεργο τρόπο, η εναλλακτική του σοσιαλισμού επανήλθε στην επιφάνεια. Οι τύποι του Τea Party («Πάρτυ με Τσάι»), ειδικοί στην αμερικάνικη συνήθεια να αποδίδουν τα οικονομικά προβλήματα πρώτα και κύρια στην κυβέρνηση, κατηγορούν τον Ομπάμα και την πολιτική του γι’ αυτόν τον «σοσιαλισμό». Και καθώς οι αντίπαλοι του Ομπάμα είναι αυτοί που εισήγαγαν τον όρο, οι πολλοί εναπομείναντες οπαδοί του -κυρίως οι νέοι- έχουν αρχίσει να ρωτούν για την έννοια αυτού του «σοσιαλισμού» με πραγματικό ενδιαφέρον (και όχι ενοχή). Σε πολλές εκδηλώσεις και ομιλίες δεχόμαστε πλέον φιλικά ερωτήματα σχετικά με το σοσιαλισμό και το περιεχόμενο μια σοσιαλιστικής απάντησης στην κρίση του καπιταλισμού. Είναι μια ιστορική στιγμή, μια πραγματικά ευκαιρία για την αμερικανική αριστερά.

*Ο Ρικ Γουλφ είναι ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Άμχερστ και επισκέπτης καθηγητής στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου New School της Νέας Υόρκης. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «New Departures in Marxian Theory» (Routledge, 2006) και πολλών άλλων συγγραμμάτων. Μπορείτε να δείτε το ντοκιμαντέρ του για την οικονομική κρίση με τίτλο «Capitalism Hits the Fan», στο http://www.capitalismhitsthefan.com. Μπορείτε να παραγγείλετε το νέο του βιβλίο: «Capitalism Hits the Fan: The Global Economic Meltdown and What to Do about It» στην προσωπική του ιστοσελίδα www.rdwolff.com.

Πηγή: Monthly Review via REDNotebook

Αναδημοσιεύει η Jaquou Utopie

http://wp.me/pPn6Y-3b4

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s