Χωρούσε στην τσέπη. Άστραφτε για λίγο και τραβούσε τη ματιά σαν μαγνήτης, όλα έτσι κι αλλιώς ήταν υπό τον έλεγχό της. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν η περίσταση απαιτούσε ησυχία ή κι αν δεν πείραζε η φασαρία. Δεν μπορώ να θυμηθώ για τι τραγούδια μιλούσαμε κάθε φορά που εσύ έβαζες το χέρι στην τσέπη. Δεν μπορώ να θυμηθώ την εποχή. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν ήσουν μόνος ή με φίλους. Δεν θυμάμαι, τραγουδούσαμε τότε ή μόνο ακούγαμε; Δεν μπορώ να θυμηθώ όμως γιατί, όταν άκουσα και πάλι, παραμονή πρωτοχρονιάς, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν οι πολλές κλίμακες; Και μαζί οι πολλές μικρές φυσαρμόνικες στα κουτιά, μία για κάθε κλίμακα, μία για κάθε ανάβαση. Γιατί κάποτε οι κλίμακες λεγόταν και σκάλες και πάντα μου φαινόταν αστείο όταν εγώ ανεβοκατέβαινα στα πλήκτρα με κόπο και αδεξιότητα να πετύχω τους δαχτυλισμούς και ο αντίχειρας πέρναγε κάτω από τον δείκτη για να φτάσει ως το τέλος σωστά η ανάβαση. Πριν, ξαφνικά, οι σκάλες μπουν σε μικρά μικρά κουτάκια.
Δεν ξέχασα όμως από τότε ότι αρκούσε η ανάσα και ήταν ήχος και κλίμακα και ανάβαση και τονικές και αρμονίες για το φως. Αρκούσε να σχηματίσει το τοπίο, μεταλλική ανάσα, χωρίς τραχύτητα όμως, ρέοντας στον νοτιά, ζεσταίνοντας το κρύο ατσάλινο περίβλημα.
Αυτό το τοπίο το ξαναβρήκα πολλές φορές, να αναδύεται ξαφνικά μέσα από γκρίζες εναλλαγές και να με αιφνιδιάζει, στη στάση του λεωφορείου, όταν η πόρτα άνοιγε ξεφυσώντας. Πίσω από τα γυαλιστερά παρμπρίζ έβλεπα. Το έβλεπα να καθρεφτίζεται, χωρίς να περιμένω τα νερά άστραφταν. Έτρεχε πάλι γάργαρο και χάιδευε τα βρώμικα πεζοδρόμια με τις σπασμένες πλάκες που σκόνταφτα ασυναίσθητα. Ακολουθώντας τον ήχο. Πρώτα ο ήχος και μετά η εικόνα και μετά εγώ. Και πίσω από τις κουρασμένες ματιές που προσπερνούσαν το θαύμα αδιάφορες, η ανάσα. Με τον μεταλλικό αναστεναγμό, οξειδωμένη, γήινη, βαθιά ανάσα Να μου θυμίζει τη χορωδία, αυτή που δεν σχεδιάζαμε, αυτή που συνέβαινε, αυτή που ψιθυρίσαμε μαζί με τους στίχους γιατί οι ρίζες είχαν πια μεγαλώσει, εκεί, κάτω από την επιφάνεια. Και τότε έβαζες το χέρι στην τσέπη.
Δεν πειράζει που δεν μπορώ να θυμηθώ. Έτσι κι αλλιώς η κόκκινη σημαία υψώθηκε γιατί δεν ήταν ποτέ αμαρτία να’ χω κι εγώ μιαν αγάπη. Για να υπερασπιστεί τον ήχο κυματίζοντας, όταν πάλλεται η ατμόσφαιρα. Έτσι κι αλλιώς από εκείνη την παραμονή φέρνει μαζί της όλη τη ζωή, κατακκόκινη, αμάραντη. Κι ας την απειλούν οι κυνηγοί.



anti-somata
Iνδιάνα
το βυτιο
Γκράνμα
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΙΚΤΥΟΓΡΑΦΟΣ
ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ
ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ
Με Αφορμή…
Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό
καλώδια
μια πόλη ανάποδα
POSTMODERN RESISTANCE
redkangaroo
January 25, 2012
να πω ευχαριστώ είναι λίγο γι’ αυτό που έγραψες
ωστόσο ευχαριστώ